Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

Μπράντι

Η Μιρένα είχε να κοιμηθεί βράδυ τρία χρόνια, από τότε που πέθανε ο άνδρας της. Κοιμόταν κατά την διάρκεια της μέρας, αλλά το βράδυ δεν μπορούσε: το άδειο κρεβάτι, οι νυχτερινές σκέψεις και η απόλυτη ησυχία την τρόμαζαν. Το μόνο που της άρεσε τα βράδια ήταν να βγαίνει και να περπατάει στην πόλη που ζούσε. Αφουγκράζονταν τους μικρούς ήχους της νύχτας την ώρα που όλοι προετοιμάζονταν για την επόμενη μέρα.
Ο Νίκος είχε ένα σκύλο, τον Μπράντι που ήταν δεν ήταν ενός έτους. Κάθε βράδυ τον έβγαζε για την νυχτερινή του βόλτα. Η διάρκεια της βόλτας ήταν ανάλογη των διαθέσεών τους. Αν ο Νίκος ήταν κουρασμένος από την δουλειά, η βόλτα ήταν μικρή, αρκεί ο Μπράντι να ενεργούσε γρήγορα. Αν ο Νίκος είχε κέφια, είχε και ο Μπράντι, οπότε η βόλτα ήταν μεγάλη.  Υπήρχαν βέβαια φορές που οι διαθέσεις τους δεν συγχρονίζονταν και ο Μπράντι τον τραβούσε ενώ ο Νίκος δεν είχε κουράγιο ή ο Μπράντι κοιτούσε στα μάτια τον Νίκο γιατί ήθελε να επιστρέψει σπίτι.
Εκείνο το βράδυ ήταν δροσερό με τον αέρα να μυρίζει ήδη καλοκαίρι. Ο Νίκος με τον Μπράντι μόλις είχαν βγει από το σπίτι και ο ενθουσιασμός του Μπράντι ήταν μεγάλος. Προσπέρασαν την Μιρένα που είχε βγει για τον νυχτερινό περίπατο με γρήγορο βηματισμό. Η Μιρένα τους χαμογέλασε βλέποντάς τους να φεύγουν μπροστά. Όταν έφτασε στο μικροσκοπικό πάρκο της γειτονιάς που είχε όλο κι όλο δυο κούνιες, είδε τον Νίκο να καπνίζει ένα τσιγάρο, ενώ ο Μπράντι τριγύριζε ελεύθερος στην λιγοστή πρασινάδα που υπήρχε περιμετρικά του πάρκου. Αυτή την φορά της χαμογέλασε πρώτος ο Νίκος. Εκείνη ανταπέδωσε. Η Μιρένα κάθισε στην κούνια και έπιασε με τα χέρια της απαλά τις αλυσίδες κουνώντας τα πόδια της πέρα-δώθε χωρίς να χάσει την επαφή της με το έδαφος. Ο Μπράντι μόλις την είδε, την πλησίασε και την μύρισε κουνώντας την ουρά του. Η Μιρένα τον χάιδεψε δυο-τρεις φορές. Νιώθοντας το στιλπνό του τρίχωμα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε χαϊδέψει κάποιον εδώ και πολύ καιρό. Συνέχισε να τον χαϊδεύει μέχρι που ο Νίκος έσβησε το τσιγάρο του και πήγε κι έκατσε δίπλα της,  στην δεύτερη κούνια.
-Πρώτη φορά ερχόμαστε εδώ. Ο Μπράντι μ’ έφερε.
Ο Μπράντι μόλις άκουσε τ’  όνομά του αναζήτησε τα χάδια του αφεντικού του.
- Είστε καινούριοι εδώ;
- Αν σας πω ότι γεννήθηκα σε αυτή την γειτονιά… Λίγο πιο κάτω. Εσείς;
Η Μιρένα χαμογέλασε.
-Κι εγώ, είναι σαν να γεννήθηκα εδώ. Μου θυμίζει το μέρος που μεγάλωσα.
Το επόμενο βράδυ, συναντήθηκαν πάλι εκεί. Ο Μπράντι έτρεξε να προϋπαντήσει την Μιρένα και η Μιρένα τον χάιδεψε λίγο παραπάνω αυτή την φορά. Ο Νίκος την χαιρέτησε. Κάτι είπαν για τον καιρό, ότι ξεκίνησαν οι πρώτες ζέστες, κάτι για την γειτονιά που θ' αρχίσει να ερημώνει εν όψει των καλοκαιρινών διακοπών κι ύστερα καληνυχτίστηκαν.
Ένα βράδυ, παρουσία του Νίκου και του Μπράντι, η Μιρένα άφησε τα πόδια της από το έδαφος και έκανε κούνια. Με την ζέστη που είχε ήταν ο μόνος τρόπος να δροσιστεί.
Κάθε βράδυ, αντάλλαζαν κάποιες κουβέντες με τον Νίκο, λίγα χάδια με τον Μπράντι και έδιναν ευχές για «καλό βράδυ» μέχρι την επόμενη συνάντηση.  
Μία Δευτέρα βράδυ,  ο Νίκος ζήτησε από την Μιρένα να κρατήσει το επόμενο βράδυ τον Μπράντι. Η Μιρένα ξαφνιάστηκε αλλά δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί. Της ανέφερε κάτι για ένα ταξίδι με την δουλειά.
-Θα σας τον φέρω αν είναι αύριο εδώ. Θα φύγω πολύ νωρίς το πρωί της Τετάρτης και θα επιστρέψω το ίδιο βράδυ.
Έτσι κι έγινε. Το επόμενο βράδυ, ο Νίκος παρέδωσε τον Μπράντι στην Μιρένα με το κόκκινο λουρί του και με κάποιες οδηγίες για το φαγητό του. Όταν έφτασαν σπίτι, η Μιρένα τον έλυσε και ο Μπράντι αφού μύρισε την καινούρια περιοχή πήγε αμέσως στην κρεβατοκάμαρα. Ανέβηκε στο κρεβάτι.
-Κοιμήσου εκεί, ούτως ή άλλως εγώ...
Η Μιρένα τον πλησίασε και κατάλαβε ότι ήθελε χάδια. Τον χάιδευε για αρκετή ώρα και κάθε φορά που σταματούσε, αυτός με την μουσούδα του, την προέτρεπε να συνεχίσει. Αυτό έγινε πολλές φορές μέχρι που την Μιρένα την πήρε ο ύπνος.
Την ξύπνησε ο Μπράντι την άλλη μέρα που ήθελε την πρωινή του βόλτα. Η Μιρένα ανοίγοντας τα μάτια, δυσκολεύτηκε για λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβει που βρίσκεται. Ύστερα, ντύθηκε για να βγουν έξω. Η βόλτα με τον Μπράντι ήταν σαν να πήγαινε για πρώτη φορά στην γειτονιά. Σταμάτησε και είδε μέρη που δεν είχε προσέξει ποτέ ξανά.
-Καλά λέει ο μπαμπάς σου ότι ανακαλύπτεις διάφορα!
Ο Μπράντι κούνησε την ουρά του και ήθελε κι άλλη βόλτα.
Το βράδυ συνάντησαν τον Νίκο στο παρκάκι. Η χαρά του Μπράντι ήταν απερίγραπτη. Η σημερινή συνάντηση πήγε πολύ καλά της είπε ο Νίκος. Δεν είπαν περισσότερα γιατί ήταν κουρασμένος από το ταξίδι και ήθελε να κοιμηθεί. Ευχαρίστησε την Μιρένα και η Μιρένα έμεινε για λίγο ακόμη στην κούνια. Επέστρεψε στο σπίτι αλλά δεν κατάφερε να κοιμηθεί.
Το επόμενο βράδυ συνάντησε τον Μπράντι και τον Νίκο στο γνωστό μέρος. Ο Μπράντι ήταν τρισευτυχισμένος που έπαιρνε χάδια και προσοχή και από τους δύο. Η Μιρένα κοίταξε τον Νίκο.
Ο Νίκος της έπιασε το χέρι. Το ένιωσε δροσερό στην υγρή της παλάμη.
-Πρέπει να πάρετε κι εσείς ένα σκυλάκι.
Ύστερα καληνυχτίστηκαν. Το επόμενο βράδυ και κανένα από τα επόμενα βράδια, ούτε ο Νίκος με τον Μπράντι, ούτε η Μιρένα πέρασαν ξανά από το πάρκο. 


Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017

Αμερικάνικο Όνειρο



Τρίτη απόγευμα, γυρνώντας από την δουλειά και βγαίνοντας στην έξοδο από την περιφερειακή, κάτω από την γέφυρα τα είδε: Παραταγμένα στην σειρά, έλατα προς πώληση για "Καλά Χριστούγεννα". Αναρωτήθηκε ποιος μπορεί ακόμη την σήμερον ημέρα να στολίζει χριστουγεννιάτικο δέντρο, εκτός από αυτούς που έχουν παιδιά. 

Τα τελευταία χρόνια περνούσε τις γιορτές σε σπίτια φίλων, σε μεγάλα τραπέζια όπου ο καθένας με το κινητό στο χέρι έστελνε ευχές σε αυτούς που δεν ήταν παρόντες, ενώ με τους συνδαιτυμόνες του ίσα που μιλούσε. Ένα κρασί, τυπικότατες ευχές, οι ίδιες και οι ίδιες κουβέντες κι έξω από την πόρτα. 

Για να στολίσει δέντρο, ούτε λόγος. Στο τελευταίο διαμέρισμα που νοίκιαζε δεν υπήρχε καν κούτα με χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ανίψια και βαφτιστήρια δεν είχε για να τα καλέσει σπίτι και να τα προσφέρει δώρα, ούτε είχε φίλους με παιδιά. Όλοι, λίγο πριν ή λίγο μετά τα 40, έτρεχαν οι μισοί δουλεύοντας σε  πολυεθνικές και οι άλλοι μισοί σε καφέ. 

Τον έπιασε το φανάρι ακριβώς μπροστά στην υπαίθρια αγορά ελάτων. Τα έλατα ανέγγιχτα ακόμα από τους επίδοξους αγοραστές. Παρατήρησε τον πωλητή τους, έναν μεσήλικα με σκούφο και γάντια με τα οποία προσπαθούσε να ζεσταθεί. Είχε αρχίσει το τσουχτερό κρύο του χειμώνα. Ο πωλητής ένιωσε το βλέμμα πάνω του. Κοιτάχτηκαν στιγμιαία, το φανάρι είχε ανάψει πράσινο και έπρεπε να φύγει. 

Την επομένη μέρα, την ίδια ακριβώς ώρα, το φανάρι κόκκινο και ο πωλητής εκεί. Τοποθετούσε σ' ένα από τα έλατα μικρά κίτρινα λαμπάκια, που μόλις είχαν αρχίσει να φαίνονται στο σούρουπο της μέρας. Ο πωλητής μόλις που τελείωνε το στόλισμα, τον κοίταξε που είχε μαγνητιστεί από τα φωτάκια και του χαμογέλασε. Αιφνιδιάστηκε. Ίσα που πρόλαβε να του το ανταποδώσει γιατί οι κόρνες των αυτοκινήτων για το φανάρι που άναψε πράσινο τον έκαναν να βιαστεί πατώντας γκάζι. 

Τ' απογεύματα μετά την δουλειά, περνούσε πάντα από το ίδιο σημείο. Τα έλατα μειωνόντουσαν  μάλλον με αργό ρυθμό, ωστόσο άφηναν μικρά κενά στο αυτοσχέδιο κατάστημα. Αντάλλαζαν  με τον πωλητή πάντα ένα αδέξιο χαμόγελο ή ένα στιγμιαίο χαιρετισμό ακόμα κι όταν το φανάρι ήταν πράσινο. Εν τω μεταξύ, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου έσφυζε από διαφημίσεις για φιλανθρωπικά χριστουγεννιάτικα παζάρια και γιορτινές προσφορές και οι γείτονές του, ένας προς ένας, είχαν αρχίσει να  στολίζουν μπαλκόνια, παράθυρα και αυλές.

Το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων, αφού χαιρέτησε και ευχήθηκε στους συναδέλφους του "Καλές γιορτές με υγεία και ευτυχία", έστριψε στην έξοδο κάτω από την γέφυρα και παρατήρησε ότι το έλατο με τα λαμπάκια δεν έφεγγε. Το φανάρι ήταν πράσινο και πρόλαβε να δει ότι στην θέση του πωλητή ήταν ένα αγόρι στην εφηβεία. Άναψε αλάρμ, σταμάτησε απότομα στο ενδιάμεσο του δρόμου και του τσιμεντένιου υπαίθριου μαγαζιού, ενώ από πίσω τα αυτοκίνητα πατούσαν κόρνες και προσπαθούσαν να τον προσπεράσουν. Πλησιάζοντας το,  το αγόρι, μόλις τον είδε του είπε σαν ποίημα: "Κύριε, τα έλατά μας προέρχονται από ιδιόκτητο αγρόκτημα παραγωγού και...". 
Εκείνος τον διέκοψε απότομα: "Δεν θέλω έλατο". 
Το αγόρι δίστασε για λίγο κι ύστερα ψέλλισε τρέμοντας από το κρύο: "Τον πατέρα μου ψάχνετε;". Δεν ήξερε τι ν΄απαντήσει, αλλά το αγόρι συνέχισε: "Είναι στο νοσοκομείο, χθες βράδυ δεν αισθανόταν καλά. Τον κράτησαν για εξετάσεις". 
"Μάλιστα. Ευχαριστώ και περαστικά". 
Το αγόρι τον κοίταξε μέσα στα μάτια: "Θέλετε να του πω κάτι;". 
"Όχι, όχι εντάξει." Έκανε να φύγει, αλλά τελευταία στιγμή γύρισε πίσω και του είπε κλείνοντάς του το μάτι: "Άναψε τα λαμπάκια του δέντρου, ίσως να έχεις περισσότερους πελάτες έτσι". 
Το αγόρι έτρεξε αμέσως κι έβαλε την πρίζα από τα φωτάκια σ΄ένα πολύμπριζο, ενώ εκείνος έφυγε με το αυτοκίνητο.

Το βράδυ τον πήρε ο ύπνος μπροστά στην τηλεόραση στο σαλόνι. Ήταν καλεσμένος σ' ένα χριστουγεννιάτικο πάρτι αλλά η κούρασή του τον πρόδωσε. Η οθόνη έδειχνε για πολλοστή φορά το "Μια υπέροχη ζωή" του Φρανκ Κάπρα.

Ξύπνησε τα ξημερώματα με μια αίσθηση κενού. Έκανε να πιει στα γρήγορα έναν καφέ κι έφυγε. Ήταν ακόμα πολύ πρωί, η πόλη άδεια. Βγήκε στην περιφερειακή οδό και μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε στο σημείο που βδομάδες τώρα τα έλατα έστεκαν αγέρωχα και υπόσχονταν όμορφες γιορτές. Μόνο που τώρα, δεν υπήρχε τίποτα, ούτε δέντρα, ούτε πωλητής, ούτε ο γιος του. 

Έκανε αναστροφή και έσβησε την μηχανή του αυτοκινήτου, ακριβώς εκεί που λίγες ώρες πριν βρίσκονταν τα έλατα. Άναψε τσιγάρο και σκεφτόταν αν είχαν πάει όλα καλά με τον πωλητή. "Άραγε βγήκε από το νοσοκομείο, ή τον κράτησαν μέσα τον άνθρωπο χριστουγεννιάτικα;" Την ώρα που ήταν στα πρόθυρα να σκεφτεί την τρίτη και πιο απαισιόδοξη εκδοχή, χτύπησε το τηλέφωνό του με απόκρυψη. Το απάντησε. Μια άκρως ευγενική γυναικεία φωνή τον ενημέρωσε: "Με βάση τις αγορές σας και μετά από κλήρωση, κερδίσατε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο προσφορά του καταστήματός μας". Χαμογέλασε αλλά δεν είπε τίποτα. "Κύριε, με ακούτε;" τον ρώτησε η κοπέλα "Ναι, ναι συγνώμη..." Η κοπέλα συνέχισε, λιγότερο ευγενικά τώρα: "Θα το παραλάβετε ή να τηλεφωνήσω στον πρώτο επιλαχόντα;". "Έρχομαι." Έσβησε το τσιγάρο και άναψε την μηχανή.

Το βράδυ, είχε στημένο στο σαλόνι του το έλατο που κέρδισε, χωρίς στολίδια, χωρίς λαμπάκια, ωστόσο ένιωθε αναπάντεχα χαρούμενος με μια αγαλλίαση που είχε να νιώσει από παιδί.   





Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: το 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης*(2-12 Nοεμβρίου 2017)


Πώς αποχαιρετά κανείς ένα φεστιβάλ; Ίσως γράφοντας για τέσσερις από τις ταινίες  του. Adieu, 58o... 

Columbus 104' 
Kogonada, U.S.A. 2017 

Σ' έναν κήπο που χωρίζεται στην μέση από ένα φράχτη, μία κοπέλα κι ένας νεαρός άντρας. Από την μία πλευρά του φράχτη η κεντρική βιβλιοθήκη της μικρής αμερικανικής πόλης Κολόμπους όπου δουλεύει η κοπέλα εγκλωβισμένη στην δυσλειτουργική σχέση με την μητέρα της. Από τη άλλη πλευρά ένα ισόγειο ξενοδοχείο όπου μένει ο άντρας περιμένοντας νέα από το νοσοκομείο για τον άρρωστο πατέρα του. Περπατάνε παράλληλα και κατά μήκος του φράχτη. Πρώτη τον βλέπει η κοπέλα κι ύστερα ο άντρας της ζητάει ένα τσιγάρο. Αυτό είναι ένα από τα πολλά υπέροχα πλάνα της ταινίας Κολόμπους. Και αυτή είναι μία σύντομη συνάντηση, που όπως και στο Χαμένοι στην Μετάφραση της Σοφία Κόπολα θα επηρεάσει σε βάθος τους πρωταγωνιστές. Όταν θα έρθει η ώρα του αποχαιρετισμού, θα είναι σαν να έχουν αλλάξει θέσεις, ωστόσο ένα αόρατο νήμα θα συνδέει πάντα την καρδιά τους και το μυαλό τους. 

Ο Kogonada με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του εντυπωσιάζει με τα κάδρα του και δεν κρύβει την αγάπη του για τον Οζού, τον Μπρεσόν και άλλους δημιουργούς για τους οποίους έφτιαχνε video essays (δοκίμια) πριν κινηματογραφήσει ως "πείραμα" το Κολόμπους. Μια ταινία για την αρχιτεκτονική και την συμμετρία όχι μόνο των κτιρίων της ομώνυμης πόλης αλλά και της ζωής. Το πείραμα σίγουρα πέτυχε! 

Ξεχασμένοι Στίχοι- Oblivion Verses 92' 
Alireza Khatami, Chile 2017

Ένας φύλακας ενός εγκαταλελειμμένου νεκροταφείου, περνάει την ζωή του περιδιαβαίνοντας τους διαδρόμους του νεκροταφείου και του νεκροτομείου όπου υπάρχουν αγνώστου ταυτότητας νεκροί και παρατηρώντας όσους έρχονται να ψάξουν τους αγαπημένους τους ανθρώπους που δεν βρίσκονται πια εν ζωή. Στην προσπάθειά του να βοηθήσει στην ταφή μιας νέας κοπέλας που δεν έχει αναγνωριστεί το πτώμα της, θα εμπλακεί σε μια περιπέτεια που θα τον κάνει να συμφιλιωθεί με τα φαντάσματα του παρελθόντος του και να τ' αποχαιρετήσει

Μια ταινία- ποίημα για όσα δεν τολμάμε να συζητήσουμε και για όσα προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Αριστουργηματική ερμηνεία του Juan Margallo, άψογη φωτογραφία, λεπτοδουλεμένη κινηματογράφηση μελαγχολικών στιγμών  από την οποία όμως δεν λείπει και μια εύθυμη νότα μέσα από τις ιστορίες που του διηγείται ο φίλος του, νεκροθάφτης . 

Ξεκίνημα της Μέρας- Daybreak 85' 
Gentian Koci, Albania-Greece 2017

Άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους, περπατάνε στους λασπωμένους δρόμους χαράματα για την δουλειά τους. Γκρίζοι τοίχοι, γκρίζα βλέμματα, γκρίζα καθημερινότητα. Ανάμεσά τους μια μητέρα που μεγαλώνει μόνη το μωρό της προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να κερδίσει τα προς το ζην. Από την στιγμή που της κάνουν έξωση, ζητάει βοήθεια από φίλους και γνωστούς να της κρατήσουν έστω και για λίγο το παιδί ώστε να μπορέσει να εργαστεί. Ο τρόπος που αποτυπώνεται στην εισαγωγική σκηνή η απόγνωση της πρωταγωνίστριας, σοκάρει. Σκληρός ρεαλισμός και αποχαιρετισμός σε κάθε ωραιοποίηση για την ιστορία μιας γυναίκας στα σημερινά Τίρανα που φτάνει στ' άκρα. Αξιοσημείωτη η υποκριτική της Οrnela Kapetani που καρφώνει με το βλέμμα της στην θέση του και τον πιο απαιτητικό θεατή. 

Για την οικογένεια- Closeness 118' 
Kantemir Balagov, Russia 2017 

Η ταινία- βασισμένη σε αληθινή ιστορία- μας βάζει στα άδυτα μιας οικογένειας Εβραίων στον Καύκασο εν έτει 1998. Η ατίθαση κόρη της οικογένειας το σκάει από τον αρραβώνα του αδελφού της  για να συναντήσει τον κρυφό έρωτά της. Όταν θα επιστρέψει, κάποιοι έχουν απαγάγει το ζευγάρι που αρραβωνιάστηκε. Ένας εφιάλτης ξεκινάει για την οικογένειά της που ψάχνει χρήματα για να δώσει τα λύτρα. Οι πολυπληθείς σκηνές, η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, Ντάρια Ζάβνερ που κέρδισε επάξια το βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ και το μπλε χρώμα που "ποτίζει" την οθόνη σχεδόν σε κάθε πλάνο, είναι τρία μόνο από τα στοιχεία της ταινίας που την κάνουν ήδη σημαντική αν και η πρώτη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη της.  Η σεκάνς της οικογένειας στο αυτοκίνητο που αποχαιρετάει τον Καύκασο είναι απαράμιλλης ομορφιάς και ένας από τους λόγους που θα ήθελα να την δω ξανά. Στην ταινία απονεμήθηκε και το βραβείο της Βουλής των Ελλήνων "Ανθρώπινες αξίες" (Κανάλι της Βουλής).

*O τίτλος είναι δανεισμένος από την ταινία "Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: ο μπαμπάς μου" της Πέννυς Παναγιωτοπούλου (2002)

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Αναζητώντας τον μεγάλο έρωτα στην πολλαπλή εκδοχή του*- 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (3-13 Νοεμβρίου 2016)

Φέτος που το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πέρασε από τα «χέρια» του Δημήτρη Εϊπίδη στα «χέρια» της Ελίζ Ζαλαντό και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Ορέστη Ανδρεαδάκη, υπήρχε η αγωνία πώς θα είναι. Λίγες ώρες μετά την λήξη του αλλά ακόμα συνεπαρμένη από τις εικόνες του, το φετινό φεστιβάλ αν και λίγο διαφορετικό ως προς την επιλογή ταινιών αλλά και με πολύ περισσότερο κόσμο -γράφτηκε ότι οι θεατές αυξήθηκαν κατά 10%, τελικά παρέμεινε στην θέση της καρδιάς μου. Με καλές ταινίες και με άκρως ενδιαφέροντες κινηματογραφικούς χαρακτήρες, το ταξίδι ήταν απολαυστικό! Οι παρακάτω ταινίες θεωρώ ότι αξίζουν μία θέαση και μία κουβέντα παραπάνω! 


Σημαδεμένες Καρδιές- Scarred Hearts, 141' 
Ρουμανία, Γερμανία 2016
Σενάριο- Σκηνοθεσία: Radu Jude 

O Max Blecher (1909-1938), Ρουμάνος συγγραφέας έγραψε ότι: "Οι συνηθισμένες λέξεις χάνουν την εγκυρότητά τους σε ορισμένα βάθη της ψυχής".Γράφοντας το παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να μην χρησιμοποιήσω "συνηθισμένες" λέξεις για μια ασυνήθιστη προσωπικότητα και ταινία. Ο Blecher διαγνώστηκε πολύ νέος  με φυματίωση και έμεινε 10 χρόνια στο κρεβάτι του σε πολλά σανατόρια εντός και εκτός Ρουμανίας. Ήταν 28 ετών όταν απεβίωσε αλλά πρόλαβε να γράψει διηγήματα, μυθιστορήματα και να κάνει μεταφράσεις. Η ταινία παρακολουθεί τα 10 χρόνια ακινησίας του με εκπληκτικά ακίνητα κάδρα σαν ζωγραφικούς πίνακες και με εμβόλιμες φράσεις του Blecher από τα προσωπικά του ημερολόγια. Ο Blecher κατάφερε να ζήσει, να ερωτευτεί και να μην χάσει το χιούμορ του παρά τους αφόρητους πόνους που υπέστη όλα τα χρόνια της αρρώστιας του.
Η ταινία έλαβε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο 69ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο. 


Οι ονειρεμένοι - The dreamed ones,  89'
Aυστρία 2016
Σενάριο- Σκηνοθεσία: Ruth Beckermann

Μία ταινία για μία ερωτική σχέση. Και για έναν χωρισμό. Και την επανασύνδεση. Και για την σχέση ζωής ανάμεσα σε δύο ποιητές. Και τέλος, για την εν δυνάμει σχέση ανάμεσα στους ηθοποιούς που ηχογραφούν στην ταινία την αλληλογραφία των Paul Celan (1920-1970) και Ingeborg Bachmann (1926-1973). 
Σε κλειστούς χώρους, με λίγες ανάσες εξωτερικού χώρου για ένα τσιγάρο, το παρελθόν συνδιαλέγεται με το παρόν και το προσωπικό με το ιστορικό  σε γράμματα και τηλεγραφήματα που αντάλλασσαν οι δύο ποιητές από την στιγμή που γνωρίστηκαν και την σύντομη σχέση τους μέχρι τον θάνατό τους.
Η εξαιρετική σκηνή όπου οι ηθοποιοί κάνουν διάλειμμα στο καφέ ενός σούπερ μάρκετ, ενώ ανοιγοκλείνει η αυτόματη πόρτα του μαγαζιού κι ενώ ακούγονται οι φωνές τους ως ηχητικό background που διαβάζουν κάποια γράμματα τα οποία μιλάνε για ένα ταξίδι με τρένο και μια συνάντηση των ποιητών από αυτές που έγιναν ή από αυτές που δεν έγιναν,μιλάει από μόνη της για την δυναμική η μη δυναμική των σχέσεων, για την ελπίδα και την ματαίωση για την αέναη αναζήτηση του "άλλου". 
Οι Ονειρεμένοι τελικά είναι ένα φιλμ που δίνει έναυσμα για την περαιτέρω αναζήτησή του έργου των δύο σημαντικών γερμανόφωνων ποιητών του 20ου αιώνα αλλά και για μία εσωτερική αναζήτηση που ούτως ή άλλως δεν τελειώνει ποτέ, όπως και οι σχέσεις με τους ανθρώπους. 


Ραούφ - Rauf , 94' 
Tουρκία 2016
Σκηνοθεσία - Σενάριο:  Baris Kaya, Soner Kaner

Στα χνάρια του Iρανού Bahman Ghobadi, οι δύο Τούρκοι δημιουργοί συνέθεσαν ένα οπτικό ποίημα κινηματογραφημένο στα βουνά της Ανατολικής Τουρκίας. Πρωταγωνιστής ο 9χρονος Ραούφ και οι φίλοι του που προσπαθούν να τον βοηθήσουν να κερδίσει τον έρωτά του για την κατά πολύ μεγαλύτερή του κόρη του αφεντικού του. Απολαυστικοί διάλογοι μεταξύ των πιτσιρικιών, η σιωπή στο βουβό πρόσωπο της γιαγιάς του Ραούφ, χιονισμένα τοπία και πονεμένα πρόσωπα, γέλιο, συγκίνηση, φτώχεια, αθωότητα, όνειρο και πραγματικότητα, η αναζήτηση ενός χρώματος που δεν έχει δει ποτέ του ο Ραούφ και μια τελική σκηνή ανατριχιαστικά όμορφη σε μία ταινία που δύσκολα ξεχνάει όποιος την δει. 


Η πιο ευτυχισμένη μέρα του Όλλι Μάκι- Τhe Happiest Day In The Life of Olli Maki, 92'
Φινλανδία 2016
Σκηνοθεσία- Σενάριο: Juho Kuosmanen

Με δύναμη από την Φινλανδία αυτή η ασπρόμαυρα κινηματογραφημένη αληθινή ιστορία αφηγείται τι συνέβη σε έναν ερασιτέχνη μποξέρ "τον φούρναρη από την Κόκκολα" Όλλι Μάκι όταν ερωτεύεται λίγες εβδομάδες πριν αγωνιστεί με τον μεγαλύτερο αμερικανό μποξέρ Ντέιβι Μουρ. Δεν συγκεντρώνεται στον στόχο του, παρά μόνο στα μάτια και το χαμόγελο της αγαπημένης του και αντί να κάνει κοιλιακούς, πετάει χαρταετό κυριολεκτικά και μεταφορικά σε μια σκηνή γεμάτη από την αθωότητα των παιδικών χρόνων. Mια ιστορία για έναν άνθρωπο που ήξερε πραγματικά τι ήθελε πέρα από την δημοσιότητα και τους φωτογράφους. Μια γλυκιά και μελαγχολική ιστορία με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ, ειρωνείας και έρωτα από την οποία βγαίνεις μ'ένα πλατύ χαμόγελο. Είναι λίγο αυτό; 


Το αίμα των Σάμι- Sami Blood, 110' 
Σουηδία 2016
Σκηνοθεσία: Amanda Kernell 

Πώς είναι να μην θέλεις να είσαι εκεί που ανήκουν οι πρόγονοι σου και η οικογένειά σου; Πώς βρίσκεις την δύναμη να φύγεις, πώς τα καταφέρνεις και με ποιο τίμημα; Πώς είναι να θέλεις να είσαι κάτι άλλο από αυτό που γεννήθηκες ή να σε κάνουν οι άλλοι να το πιστέψεις; Η εξαιρετικά καλογυρισμένη ταινία της Kernell μας βάζει "στα παπούτσια" της Έλε-Μάρα, μιας έφηβης από την φυλή των Σάμι (Λάπωνες της Σουηδιάς). Μας βάζει να την ακολουθήσουμε καθώς ταξιδεύει λαθραία από την φύση των Σάμι στην πόλη της Ουψάλα. Παρακολουθούμε την ιστορία της με κομμένη την ανάσα. Η εξιλέωση έρχεται στο τέλος. Η ταινία κέρδισε δικαίως το βραβείο" Ανθρώπινες Αξίες" του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής των Ελλήνων.


Glory, 97' 
Boυλγαρία, Ελλάδα 2016
Σενάριο: Kristina Grozeva, Σκηνοθεσία: Petar Valchanov

Ένας σιδηροδρομικός υπάλληλος βρίσκει χρήματα στις ράγες του τρένου και τα παραδίδει στην αστυνομία. Η βουλγαρική κυβέρνηση του δίνει ως δώρο για την πράξη του ένα ρολόι χαλασμένο, ενώ η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του υπουργού μεταφορών, του χάνει το ρολόι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Η ταινία με τους πιο δυνατούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες σε όλο το φεστιβάλ, είναι βουλγαρο-ελληνική παραγωγή και είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας που ασχολείται με ιστορίες καθημερινών ανθρώπων. Το πρώτο μέρος ήταν "Το μάθημα" που έχει βραβευτεί για το σενάριό του. Το Glory θεωρώ ότι δεν υπολείπεται καθόλου σεναριακά, ίσα-ίσα παρουσιάζει μια πραγματικότητα πέρα για πέρα αληθινή. Αν το σενάριο είναι το μεγάλο ατού της ταινίας, οι δύο ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν, το απογειώνουν σε ένα κινηματογραφικό διαμάντι. 


*Ο τίτλος είναι στίχος παρμένος από την ποιητική συλλογή του Τίτου Πατρίκιου "Σε βρίσκει η ποίηση", Εκδ. Κίχλη

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Είναι σου λέω παιδί, κρυφοκοιτάει της ψυχής σου τ' ανείπωτα*

Με αφορμή την συναυλία στο Principal, 22/10/2016, Θεσσαλονίκη

Παύλος Παυλίδης. Κάθε τραγούδι του και μια ιστορία γεμάτη με τρένα, πλοία, νύχτες, ήλιο, φωτιές, ουρανό, κήπους, αγάπη, αέρα, θάλασσα, πουλιά. Δυο δεκαετίες με παρασέρνει στο ονειρικό του σύμπαν, το ηλεκτρονικό και το ροκ, το κάποτε άγριο και τώρα γλυκό. Ακούγοντας τα τραγούδια του έχει κανείς την αίσθηση ότι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον γίνονται ένα και όλα μοιάζουν πιο εύκολα με την φωνή του: οι αποχαιρετισμοί, οι αποχωρισμοί, τα "γεια" και τ' "αντίο". 
Θυμάμαι πριν λίγο καιρό, ακούγοντας το τελευταίο του cd στο αυτοκίνητο, οδηγώντας, μια φίλη με ρωτάει: "Ποιος είναι αυτός που τραγουδάει; Πολύ ωραίος". Δεν τον γνώριζε και άρχισα να της λέω για τα Ξύλινα Σπαθιά και για τις συναυλίες τους και για τους b-movies. Και είναι αυτό το στιγμιαίο που νιώθει κανείς ακούγοντας την ιδιαίτερη χροιά του. Αρκεί ν' αφεθείς στους στίχους και στην μουσική του.
Σχεδόν σε κάθε τραγούδι του υπάρχει και ένα παιδί. Γιατί είναι και ο ίδιος αιώνιο παιδί και βρίσκουμε μαζί του το παιδί μέσα μας. 
"Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει" (Φωτιά Στο Λιμάνι)
"Στο νησί τις γαλάζιες νύχτες μες στο μπαρ τα παιδιά σε κοιτάν ανύποπτα" (Ατλαντίς)
"Χίλιες φορές παραμύθια αφού την αλήθεια την ξέρει κι ένα παιδί." (Αφού σου το' πα)
"Απ' του φιλιού της το αγκάθι, φύγαν πολλά παιδιά χαθήκαν." (Οι Συμμορίες της Ασφάλτου)
"Όταν τελειώνει η συναυλία, κάτι παιδιά έρχονται κοντά μου..." (Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη)
"Κοιτάζω τα σπίτια ώσπου ν' αρχίσουν να με κοιτάνε κι αυτά. Αλλάζουν βλέμμα την νύχτα, κοιτάνε σαν χαμένα παιδιά." (Κοιτάζω τα σπίτια) 
"Θα' ρθει μια μέρα ένα παιδί, την μέρα που θα επιστρέψεις..." (Αερικό),
"Μέσα στον κήπο της δικιάς μου μοναξιάς κάτι παιδιά που γκρέμισαν τον φράχτη..." (Ο Κηπουρός)
"Θα' ρθει μια μέρα που θ΄αφήσω αυτό τον φόβο πίσω μου, θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά." (Θα΄ρθει μια μέρα)
"Δίπλα τους παίζουν τα παιδιά και τραγουδάνε, τα δέντρα ακούνε και δεν βγάζουνε κουβέντα." (Τα δέντρα) 
"Η αγάπη  σου είναι χαμένο παιδί γυρίζει μοναχό το βράδυ στους δρόμους." (Η αγάπη σου),  
"Νύχτωσε, πέφτει το βράδυ, ποιο παιδί ξενυχτά..." (Μια φορά)
"Ο χρόνος είναι παιδί κλωτσάει μια μπάλα και τρέχει από πίσω της", "Είναι σου λέω παιδί κρυφοκοιτάει της ψυχής σου τ' ανείπωτα." (Ο χρόνος)
Κι όπου δεν υπάρχει παιδί, υπάρχει ένα κορίτσι: 
"Το κορίτσι που κλαίει πριν να φύγω και μετά με ξεχνάει λίγο-λίγο." (Το νερό που κυλάει)
"Το κορίτσι του Μάη στα στενά της ντροπής." (Καβαλάρης του Τρόμου)
"Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη, ένα κορίτσι με κοιτάει, χορεύει και ύστερα πετάει πάνω απ' τα μπαρ και τα ηχεία..." (Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη)
"Κανένα κορίτσι δεν είναι σαν εσένα." (Superstar)
"Ένα κορίτσι ακονίζει με το νύχι πίσω απ' την πλάτη μας του έρωτα το βέλος."
"Το ομορφότερο κορίτσι της Γρανάδας θα εξημερώσει αυτή την νύχτα άλλο ένα κτήνος." (Σπασμένη Πολυθρόνα)
"Κι ότι το κορίτσι στη φωτογραφία υπάρχει." (Last Call to Paris)
"Θα' ρχεται εκείνο το κορίτσι να ξαπλώνει πάνω στην άμμο και θα τραγουδάει τάχα ότι θα έρθω από μακριά και εγώ σε λίγο, ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα." (Μόχα)
"Κάποτε αγάπησα κι εγώ πολύ παλιά ένα κορίτσι." (Ο Δειλιέν)
Ο Παυλίδης στις συναυλίες πάντα βρίσκει τρόπο να κάνει τα παλιά τραγούδια νέα και τα καινούρια τραγούδια διαφορετικά. Κάθε του συναυλία είναι μια γιορτή. Kαι κάθε γιορτή είναι διαφορετική και μοναδική, με τους ίδιους καλεσμένους που σιγοτραγουδάνε ή χοροπηδάνε μαζί του χρόνια τώρα.   
Χθες βράδυ άναψαν κάτι αστέρια-λαμπάκια την ώρα που τραγουδούσε και ήταν η ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά, γιατί με τον Παύλο στο πλάι το νιώθεις όσα χρόνια κι αν περάσουν: όλα θα πάνε καλά! 

*ο τίτλος είναι παρμένος από το τραγούδι του Παύλου Παυλίδη, ο Χρόνος.





Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Από την ταινιοθήκη μου με αγάπη: It's All About Love (2003)


Αμέσως μετά το αριστουργηματικό Festen (1998) και πολύ πριν το σπαρακτικό Submarino (2010), o Δανός Τόμας Βίντερμπεργκ γύρισε το It's All About Love (2003), μία sci-fi ταινία, με μια έντονα απαισιόδοξη αλλά ποιητική ματιά για το έτος 2021. Η μουσική επένδυση του Σμπίγνιεφ Πράισνερ ντύνει τα πολύ γενικά πλάνα αχανών τοπίων και χώρων και τα πολύ κοντινά πλάνα προσώπων με ένα τρόπο που μόνο επικός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. 
Στην Αμερική άνθρωποι πεθαίνουν από μοναξιά, από την καρδιά τους. Κείτονται στον δρόμο. Στην Αφρική, ελλείψει βαρύτητας άνθρωποι ανεβαίνουν στον ουρανό και στην Ευρώπη παγώνουν από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. 
Στην επιστροφή του για Νέα Υόρκη ο Τζον (Γιοακίμ Φοίνιξ) ζητάει από την γυναίκα του Ελένα (Κλερ Ντέηνς) να υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου τους. Τίποτα όμως δεν θα συμβεί όπως θα περίμεναν, καθώς έχει στηθεί πίσω από την πλάτη τους ολόκληρη πλεκτάνη. Η Ελένα είναι  παγκοσμίου φήμης χορεύτρια πάγου. Άρχισε να εχει προβλήματα με την καρδιά της από την απουσία του Τζον και δεν μπορεί πια ν' αντεπεξέλθει στην καριέρα της. Ζητάει στον Τζον να μείνει μαζί της λίγο ακόμη. Έτσι, ο Τζον και η Ελένα μάχονται μέσα στον κόσμο που ρημάζει να σώσουν την αγάπη τους. Φεύγουν μαζί, αλλά είναι δύσκολο να ξεφύγουν από τους ανθρώπους που έχουν επενδύσει πάνω στην Ελένα. 
Τα αδέλφια τους προσπαθούν να τους βοηθήσουν σε αυτή την άνιση καταδίωξη. Ο αδελφός της Ελένα, τους φυγαδεύει σ' ένα τρένο και στην μέση του πουθενά καλούνται να πάρουν αποφάσεις για την ζωή τους. Ο αδελφός του Τζον (Σην Πεν) ταξιδεύει μ' ένα αεροπλάνο που δεν προσγειώνεται λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και παρατηρεί από ψηλά για τελευταία φορά τον κόσμο αφήνοντας μηνύματα στον τηλεφωνητή του Τζον:"Όλοι είναι απόμακροι, απασχολημένοι με τα δικά τους. Ξεχνούν ο ένας τον άλλο. Έπρεπε να μέναμε μαζί, δίπλα στην λίμνη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την λίμνη. Την φίλησες. Και τώρα κάνει παγωνιά σε όλο τον κόσμο. Πρέπει να ζήσετε. Πρέπει να επιζήσετε και οι δύο. Φίλησέ την, Τζον. Σώσ' την."
Ο Βίντερμπεργκ επέλεξε τον Φοίνιξ μια δεκαετία πριν τον επιλέξει ο Σπάικ Τζονς στην δική του sci-fi ταινία, Her (2013). Αναγνώρισε την ιδιαιτερότητα του προσώπου του και την εκφραστικότητα στα μάτια του και τον έκανε ζευγάρι με την εύθραυστη Κλερ Ντεηνς, την πάλαι ποτέ Ιουλίετα του Μπαζ Λούρμαν που ενηλικιώθηκε αλλά δεν έχασε ποτέ την παιδικότητα της. Αυτοί οι δύο χαρακτήρες κρατάνε στα χέρια τους ολόκληρη την ταινία και μαζί με το πλήθος της ομάδας που εργάζεται για την Ελένα, θυμίζοντας την οικογένεια του Festen και τις εμβόλιμες σκηνές του Σην Πεν που αιωρείται από πάνω τους σαν φύλακας άγγελος, δημιουργείται μια ερωτική ιστορία λίγο πριν το τέλος του κόσμου.
Όταν ρωτήθηκε ο σκηνοθέτης για το τι θέλει να πει με αυτή την ταινία, απάντησε ότι η ταινία μιλάει από μόνη της. Πραγματικά, σε ποιον μπορεί να μην μιλάει η αγάπη; Η ατόφια αγάπη. Αφού όλα γίνονται για την αγάπη, με αγάπη, από αγάπη.Σε ένα κόσμο που αρχίζει να καταστρέφεται μόνο η αγάπη μπορεί να σώσει κάτι, με ένα φιλί, ένα τηλεφώνημα ή μία αγκαλιά...  Όσο για τα κάποια σεναριακά κενά που υπάρχουν, η αγάπη τα καλύπτει κι αυτά! 

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Νεράιδα

Στην Χάριετ

Μπήκε στην αίθουσα διδασκαλίας. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που την είδε στο πανεπιστήμιο. Το μόνο που πρόλαβε να κοιτάξει ήταν τα πολύ μακριά της μαλλιά. Κρατούσε ένα φλάουτο που το είχε μέσα στην θήκη του. Το εναπόθεσε απαλά στην διπλανή καρέκλα, της γύρισε την πλάτη και παρακολούθησε την εισήγηση του καθηγητή. Όταν τελείωσε, έφυγε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε έρθει.

Μπήκαν μαζί στην πιτσαρία. Έβρεχε καταρρακτωδώς. Μιλούσαν ασταμάτητα. Θυμήθηκε την πρώτη τους γνωριμία. Όμως θυμήθηκε ότι την είχε δει στον ύπνο της πριν την γνωρίσει. Deja-vu. Στο δωμάτιο των παιδικών της χρόνων, σ'ένα όνειρο την είχε δει: πράσινα μάτια, λευκή επιδερμίδα.

Μπήκε στο διαμέρισμά της, το φοιτητικό. Πολλές φορές. Θυμήθηκε τις μουσικές που άκουσαν και τα έργα που είδαν. Το πρωί ξυπνούσε να πάει στο μάθημα κι εκείνη κοιμόταν. Και όταν επέστρεφε από την σχολή, εκείνη είχε φύγει, σαν αερικό. Είχε αφήσει κάποιο σημείωμα, ή μήνυμα στο κινητό. Και όταν έφευγε με το λεωφορείο για την πόλη της, της έγραφε γράμματα και της έστελνε μακροσκελή mail που απολάμβανε να διαβάζει.

Μπήκε στο διαμέρισμά της, το φοιτητικό. Χρόνια αργότερα. Το διαμέρισμα δεν είχε ηλεκτρικό και δεν ήταν πια φοιτήτριες. Προσπαθούσαν να βρουν τον δρόμο τους στην ενήλικη ζωή. Άναψαν κεριά και ήπιαν κρασί. Θυμήθηκε όταν της είπε για την αρρώστια του πατέρα της. Πάντα ήρεμη, πάντα λιγομίλητη, πάντα γεμάτη συναίσθημα. Ανησυχούσε για τον αγαπημένο της και ποτέ δεν κατάλαβε αν κατάφερε να την παρηγορήσει στο ελάχιστο.

Μπήκε στο αυτοκίνητό της. Είχε περάσει καιρός. Δεν είχε καταφέρει να πάει στην κηδεία του πατέρα της και το έφερε βαρέως. Περπάτησαν στο δάσος και μίλησαν με τα μάτια και τις σιωπές, Όπως κάνουν οι βαθιά συνδεδεμένοι άνθρωποι.

Μπήκε στην καρδιά της. Θυμήθηκε πως κάποια καλοκαίρια πριν διαβάζοντας το "Νορβηγικό Δάσος" του Μουρακάμι την βρήκε μέσα ως Ναόκο. Της πήρε δώρο το βιβλίο. Εκείνη είχε χάσει το βιβλίο όταν ζούσε στο αγαπημένο της Νησί και δεν το βρήκε ποτέ όσο κι αν έψαξε.

Μπήκε στο αεροδρόμιο και της χαμογέλασε. Αυτό το χαμόγελο ήταν ένας όρκος που είχε δοθεί στα φοιτητικά τους χρόνια και ήταν έτοιμος να πραγματοποιηθεί.  Θα ταξίδευαν για την Χώρα της Λήθης μαζί. Δική τους ήταν η Χώρα: η μία γεννήθηκε εκεί, η άλλη άνηκε εκεί. Είχε έρθει η ώρα να επιστρέψουν.

Μπήκαν μέσα στην λίμνη. Θυμήθηκαν ό,τι τους είχε κάνει να κλάψουν και ό,τι τους είχε κάνει να γελάσουν. Η Νεράιδα βυθίστηκε μέσα της και την πήρε μαζί της. Ξαναγεννήθηκαν στον βυθό.

*Ο τίτλος είναι παρμένος από το ομώνυμο τραγούδι, στίχοι: Πηγή Καφετζοπούλου, Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας

Εγώ πατώ στον ουρανό βαδίζω στον ωκεανό πάνω στο κύμα περπατώ εσένα σαν κοιτώ Είσαι Νεράιδα της Αυγής η πιο όμορφη όλης της γης μ' ένα χαμόγελο μπορείς τα θαύματα να πεις Εγώ φουντώνω στο χιονιά βγάζω φωτιές στην παγωνιά άνοιξη έχει η καρδιά εσένα σαν κοιτά Είσαι Νεράιδα της Αυγής η πιο όμορφη όλης της γης μ' ένα χαμόγελο μπορείς τα θαύματα να πεις